Ένας Αυστριακός στο Χόλιγουντ

some-like-it-hot-poster

Τολμηρός, καινοτόμος, ιδιοφυής. Τρία επίθετα που ταιριάζουν γάντι στον Αυστριακό σκηνοθέτη Μπίλι Γουάιλντερ (1906-2002), που, δουλεύοντας μέσα στο ασφυκτικό χολιγουντιανό κινηματογραφικό σύστημα, κατάφερε μέσω του κοφτερού και αυστηρά προσωπικού βλέμματός του, να μας χαρίσει ανεπανάληπτες ταινίες σε καθιερωμένα είδη και παράλληλα να τα ανανεώσει. Ένας πολύπλευρος και προικισμένος μετανάστης εβραϊκής καταγωγής, που ξεκίνησε την καριέρα του ως σεναριογράφος της γερμανικής εταιρείας UFA και μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, βρέθηκε στο Χόλιγουντ, τη Μέκκα του κινηματογράφου, παρέα με τον φίλο του Πίτερ Λόρε, τον αξέχαστο ηθοποιό του θρυλικού «M», του Φριτς Λανγκ. Ξένος σε ξένη χώρα, με τα αγγλικά του να είναι τα στοιχειώδη -όσα μπόρεσε να μάθει βλέποντας αμερικανικές ταινίες- ο Γουάιλντερ κατάφερε και πλούτισε τον κλασικό αμερικανικό κινηματογράφο με ανατρεπτικά φιλμ, που υπερέβαιναν και γελοιοποιούσαν τις συμβάσεις και τα πάσης φύσεως ταμπού της εποχής, προκαλώντας πονοκέφαλο στους υπεύθυνους των στούντιο και το μένος των λογοκριτών. Ο ίδιος έλεγε χαρακτηριστικά: «Παίρνω ένα διαδεδομένο κλισέ και δείχνω την άλλη πλευρά του νομίσματος».

Ο Μπίλι Γουάιλντερ δεν καταπιάστηκε με ένα μόνο κινηματογραφικό είδος, αλλά υπηρέτησε με την ίδια επιτυχία πολλά και διαφορετικά, αποδεικνύοντας έτσι το πολύπλευρο ταλέντο του. Σήμερα, τα περισσότερα από τα φιλμ του θεωρούνται πλέον κλασικά: Τα φιλμ νουάρ «Double Indemnity» (1944) και «Sunset Boulevard» (1950), οι δύο κωμωδίες που γύρισε με την Μέριλιν Μονρόε (The Seven Year Itch, 1955 και Some Like it Hot, 1959), η αντιπολεμική κωμωδία του για τα στρατόπεδα αιχμαλώτων στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το «Stalag 17» (1957), το κοινωνικό δράμα με θέμα τον αλκοολισμό, «The Lost Weekend» (1945), και η λίστα συνεχίζεται…

Ιδιαίτερη θέση στη φιλμογραφία του έχουν οι κωμωδίες που γύρισε με θέμα την ανδρική φιλία και πρωταγωνιστές το αξέχαστο κωμικό δίδυμο των Γουόλτερ Ματάου και Τζακ Λέμον (The Fortune Cookie, 1966 – The Front Page, 1974 – Buddy Buddy, 1981), όπου μέσα από έναν καυστικό κυνισμό και μια ανηλεή σάτιρα, ζωγραφίζει στην οθόνη με τα πιο ταιριαστά και αγαπητά χρώματα την ανατομία και την προβολή της φιλίας των αρσενικών, χρησιμοποιώντας τους πιο αταίριαστους χαρακτήρες, χαρίζοντας στο κοινό άφθονο γέλιο και θέαμα.

15139395_1060464470724772_219208169_n

Ο αλλοδαπός Γουάιλντερ, αντί να πλέξει το εγκώμιο και να εξιδανικεύσει την αμερικανική κοινωνία που τον υποδέχτηκε, αποδείχθηκε ένας από τους πιο αυστηρούς και εύστοχους επικριτές της. Μέσα από τις πικρές κωμωδίες του και τα κοινωνικά δράματα υπαινίσσεται πάντα την «ιδιωτική πλευρά» των πραγμάτων και των ηρώων του, μια πλευρά που κρύβει ανθρώπους διχασμένους, γεμάτους αντιφάσεις και αμφισημίες, ανθρώπους, εντέλει, μοιρασμένους ανάμεσα στο «είναι» της ιδιωτικής τους ζωής και στο «φαίνεσθαι» της δημόσιας. Γι’ αυτό και οι ταινίες του ακόμα και σήμερα βλέπονται με την ίδια ευχαρίστηση με τότε και αποτέλεσαν τεράστια επιρροή για τους σύγχρονους σκηνοθέτες.

Το Χόλιγουντ, θέλοντας ίσως να τον χρησιμοποιήσει ως άλλοθι στα πλείστα συμβατικά έργα που διαχρονικά παράγει και προσφέρει προς κατανάλωση στο παγκόσμιο φιλοθεάμον κοινό, τον τίμησε με 6 Όσκαρ. Η πιθανότερη εξήγηση, όμως, είναι ότι απλά δεν μπόρεσε να αντισταθεί στην ακαταμάχητη γοητεία των ταινιών του. Πάντως, μετά την εμπορική αποτυχία του τελευταίου του πονήματος, του «Buddy Buddy», το 1981, δεν του επετράπη να ξανακαθίσει πίσω από την κάμερα, παρότι ο σκηνοθέτης είχε δηλώσει σε πολλές μετέπειτα συνεντεύξεις του ότι αισθανόταν ακόμη δημιουργικά ακμαίος. Ίσως αυτή να ήταν τελικά η τιμωρία της βιομηχανίας του θεάματος για την ανελέητη κριτική που της άσκησε καθ’ όλη τη διάρκεια της καριέρας του αυτός ο «άτακτος» και «σκανδαλιάρης» Αυστριακός εμιγκρές.

 

*Γράφει ο σκηνοθέτης Βασίλης Γουδέλης

comments powered by Disqus